Η ακριβής χρονολόγηση της ζωής του Ιησού αποτελεί μία πολύ δύσκολη υπόθεση αφού οι υπάρχουσες μαρτυρίες που προέρχονται από την Καινή Διαθήκη χαρακτηρίζονται από χρονολογική ασάφεια και επίσης, το αφετηριακό 1 μ.Χ. δεν εναρμονίζεται επακριβώς με τα γενικότερα ιστορικά δεδομένα των χρόνων εκείνων. Ασφαλώς, κάθε προσέγγιση του ζητήματος δεν αποσκοπεί στην απόκτηση απόλυτης βεβαιότητας για την ακριβή ημέρα ή έτος της γέννησης του Ιησού και κατ' επέκταση για τον ακριβή χρόνο της έναρξης της δημόσιας δράσης του, τη διάρκειά της ή το χρόνο της σταύρωσης και του θανάτου του.Το πιο γνωστό σημείο στην προσπάθεια προσέγγισης χρονολογικά της γέννησης του Ιησού, είναι ο θάνατος του Ηρώδη του Μεγάλου. Μπορεί να ειπωθεί με σχετική ακρίβεια ότι ο Ηρώδης πέθανε κατά το έτος 750 "από κτίσεως Ρώμης" (4 π.Χ.) ή λίγο πριν και στη συνέχεια κηρύχθηκε πένθος μιας εβδομάδας. Εφ' όσον ο Ιησούς, γεννήθηκε "εν ημέραις Ηρωδου του βασιλέως", πρέπει να γεννήθηκε σίγουρα πριν από το 750 "από κτίσεως Ρώμης" (4 π.Χ.) κατά το οποίο πέθανε ο Ηρώδης.Αλλά το πρόβλημα είναι, πόσο πριν.
Λαμβάνοντες υπ' όψη τη διαταγή του Ηρώδη να φονευθούν τα νήπια στη Βηθλεέμ "από διετούς και κατωτέρω", υπολογίζεται ότι ο Ιησούς μπορεί να γεννήθηκε έως και δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του Ηρώδη. Δηλαδή οι υπολογισμοί φτάνουν στο 6 π.Χ. υποθέτοντας ότι ο Ηρώδης θα επιμήκυνε τον σχετικό χρόνο για να είναι βέβαιος ότι μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα θα είχε οπωσδήποτε γεννηθεί ο μελλοντικός βασιλιάς των Ιουδαίων. Εξάλλου κατά την ευαγγελική ρήση, αφού ο Ηρώδης κάλεσε τους Μάγους, τους έστειλε στη Βηθλεέμ, όπου συνάντησαν πλέον τον Ιησού ως "παιδίον" και όχι ως βρέφος. Συνεπώς, οι σχετικοί αυτοί υπολογισμοί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς μάλλον θα γεννήθηκε σε χρονικό διάστημα δύο τουλάχιστο χρόνια πριν το θάνατο του Ηρώδη, δηλαδή περίπου το έτος 747 ή 748 "από κτίσεως Ρώμης" (7 ή 6 π.Χ.).
Επίσης το άστρο της Βηθλεέμ, αν τελικά αφορούσε κάποιο αστρονομικό φαινόμενο, οδηγεί και πάλι στο έτος 747 από κτίσεως Ρώμης ή 7 π.Χ., αφού κατά τον Κέπλερ και άλλους αστρονόμους υπήρξε πράγματι τότε ένα παρόμοιο ουράνιο φαινόμενο που προκαλείται κατά τη συνάντηση των τριών πλανητών, του Κρόνου, του Δία και της Αφροδίτης. Στο φαινόμενο αυτό, μετά παρέλευση δύο ή τριών μηνών, ο Δίας δύει ή εξέρχεται από την τροχιά. Τότε παρατηρείται και πάλι το ίδιο έντονο φωτεινό φαινόμενο που παρουσιάζεται στην αρχή, σαν να εμφανίζεται εκ νέου.
Το γεγονός αυτό ταιριάζει με την παρατήρηση του Ματθαίου ότι οι Μάγοι πορευόμενοι προς τη Βηθλεέμ, "είδον" τον "αστέρα" και "εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα", προσθέτωντας ότι το "αστέρι" αυτό ήταν ίδιο με εκείνο "ον είδον εν τη Ανατολή" (Ματθ. 2,9-10). Καθώς ένα ταξίδι από τη Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη με τα μέσα της εποχής απαιτούσε δύο ή τρεις μήνες, η χρονική αυτή απόσταση ταιριάζει με την αντίστοιχη φυσική κίνηση του πλανήτη Δία και τη διπλή εμφάνιση του κατά την είσοδο και έξοδο από τήν τροχιά συνάντησης με τους άλλους δύο πλανήτες.
Ένας πρακτικός λόγος που συνηγορεί στο ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τις Γραφές οι βοσκοί στη Βηθλεέμ είχαν τα κοπάδια τους στην ύπαιθρο, όταν ο άγγελος Κυρίου τους ανήγγειλε τη γέννηση του Σωτήρα. Στα εύκρατα κλίματα, οι χειμερινοί μήνες είναι παγεροί, κάνει πολύ κρύο και πέφτουν πολλές βροχές. Γι' αυτόν τον λόγο οι βοσκοί με τα κοπάδια τους δεν βρίσκονται στην ύπαιθρο, αλλά στα χειμαδιά τους.
Για τους Ευρωπαίους και τους Βορειοαμερικανούς, το γεγονός της γέννησης του Χριστού συνδέθηκε με χιόνια και έλατα, που βέβαια δεν υπάρχουν στην Παλαιστίνη!
Το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης του Χριστού, κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, κλείνει με το θλιβερό συμβάν της σφαγής των νηπίων "υπό του Ηρώδου αναιρεθέντα", τα οποία σύμφωνα με το το εορτολογικό Συναξάρι της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανέρχονται σε 14.000. Βέβαια στα ιερά κείμενα δεν υπάρχει καμιά αναφορά αριθμητικής φύσης. Από πλευράς καθαρά ιστορικής ακρίβειας, τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής εκείνης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη Βηθλεέμ και τα περίχωρα της θα ζούσαν τότε περίπου 1.000 κάτοικοι κι επομένως τα άρρενα νήπια "διετούς και κατωτέρω" δεν θα ξεπερνούσαν τα 30 με 40.
Η Βηθλεέμ όσο και τα Ιεροσόλυμα είναι οι πόλεις όπου γιορτάζονται τρεις φορές τα Χριστούγεννα! Οι Καθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα την 25η Δεκεμβρίου σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο. Το ίδιο και οι Έλληνες Ορθόδοξοι που ακολουθούν το νέο διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Αντιθέτως, οι Ορθόδοξοι χριστιανοί που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο γιορτάζουν τα Χριστούγεννα πάλι στις 25 Δεκεμβρίου, σύμφωνα όμως με το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή στις 7 Ιανουαρίου του νέου. Τέλος, οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα μαζί με τα Θεοφάνεια στις 6 Ιανουρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο ή στις 19 Ιανουαρίου σύμφωνα με το νέο διορθωμένο Ιουλιανό ή το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Σήμερα στη γενέτειρα του Χριστού κατοικούν περίπου 35.000 μουσουλμάνοι και 15.000 χριστιανοί.
Ο Joseph Holzner, συγγραφέας του πολύ γνωστού βιογραφικού βιβλίου "Παύλος", αναφέρει σχετικά με την ιστορία της γέννησης του Χριστού που παραθέτει ο Ευαγγελιστής Λουκάς:
Ποιος μπορούσε να του διηγηθεί την θαυμαστή εκείνη ιστορία των Χριστουγέννων, με τέτοιο τρόπο, παρά η πιστή ανάμνηση μιας μητέρας που αγαπά.... Όλες οι πληροφορίες είναι απο το http://el.wikipedia.org